Ένα μπαρ χωρίς όνομα. Ένας δρόμος χωρίς πινακίδα. Ένας άντρας χωρίς σκιά.

Ούτε γέρος ούτε νέος. Μάτια γεμάτα βεβαιότητα, από εκείνα που οι περισσότεροι άντρες χρειάζονται χρόνια για να μάθουν να προσποιούνται. Εκείνος, όμως, είχε γεννηθεί μ’ αυτά. Μπροστά του, ένα ποτήρι ουίσκι με πάγο, ακόμη ανέγγιχτο.

Τότε μπήκε ένας άντρας και κάθισε με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του.

Εκείνος τον παρατήρησε πιο προσεκτικά. Ανάμεσά τους, ο καπνός του πούρου αιωρούνταν σαν ομίχλη.

Όχι. Δεν γινόταν.

Ο παππούς του είχε πεθάνει πριν από χρόνια.

Κι όμως.

Καθώς τον κοιτούσε, κάτι μέσα του άρχισε να μαλακώνει. Η σκληρή μορφή που είχε χτίσει με τα χρόνια ράγισε, και μέσα από τη ρωγμή ξεπρόβαλε ένα αγόρι. Εκείνο που ήταν κάποτε, πριν ο κόσμος τού μάθει να κρύβεται.

Ήταν πάλι παιδί, σκαρφαλωμένο στην κερασιά του κήπου του παππού του, με τον τραχύ φλοιό κάτω από τις παλάμες του και τα γλυκά κεράσια να κρέμονται πάνω από το κεφάλι του. Θυμήθηκε τις κατηφόρες με το ποδήλατο, τον άνεμο στο πρόσωπό του και το αγκάθι της τριανταφυλλιάς που του είχε χαράξει το μέτωπο. Το χέρι του ανέβηκε ασυναίσθητα στην παλιά ουλή.

Θυμήθηκε τις μάχες με τα μαξιλάρια με τα ξαδέλφια του, τα φτερά που γέμιζαν το δωμάτιο, τα γέλια που έσπαγαν τη σιωπή της νύχτας. Και το ντροπαλό κορίτσι της διπλανής πόρτας, τα γράμματα που αντάλλασσαν επειδή κανείς τους δεν έβρισκε το θάρρος να πει δυνατά όσα ένιωθε.

Αναρωτήθηκε πού να βρισκόταν τώρα.

Ο πιανίστας άρχισε να παίζει πιο γρήγορα. Οι νότες κυλούσαν η μία πάνω στην άλλη, κι ένιωσε την καρδιά του να ξυπνά. Κοίταξε γύρω του. Για πρώτη φορά, το μπαρ έπαψε να είναι απλώς ένας χώρος γεμάτος αγνώστους. Άκουσε τα γέλια στο διπλανό τραπέζι, είδε ένα χέρι να ακουμπά τρυφερά σε έναν ώμο, δύο άντρες να διαφωνούν με πάθος. Μικρές στιγμές μιας ζωής που μέχρι τότε έμοιαζε να συμβαίνει κάπου μακριά του.

Και ξαφνικά ένιωσε κοντά τους. Όχι επειδή τους γνώριζε, αλλά επειδή, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ήθελε να τους γνωρίσει.

Ένιωσε ξανά εκείνη την παιδική περιέργεια. Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

Τότε θυμήθηκε μια μέρα που είχε χαθεί, όταν ήταν μικρός. Τον πανικό που φούσκωνε μέσα του, τον κόσμο που ξαφνικά είχε γίνει τεράστιος και άγνωστος. Το αίσθημα πως όλα όσα γνώριζε μπορούσαν να εξαφανιστούν μέσα σε μια στιγμή.

Κοίταξε το ουίσκι του. Μέσα από το κεχριμπαρένιο υγρό αναδύθηκαν πρόσωπα. Η μητέρα του. Ο πατέρας του. Η οικογένεια που είχε αφήσει πίσω του, ίσως πιστεύοντας πως κάποτε θα είχε χρόνο να επιστρέψει.

Πίσω από κάθε σκληρό άντρα, σκέφτηκε, υπάρχει ένα περίεργο αγόρι που θέλει ακόμη να σκαρφαλώνει στα δέντρα. Ένα αγόρι που περιμένει ακόμη ένα γράμμα.

Εκείνος είχε θάψει το δικό του πριν από πολύ καιρό.

Είχε πληγωθεί. Όπως πληγώνονται όλοι, αργά ή γρήγορα. Γιατί ποιος άντρας φτάνει στην ηλικία του χωρίς να κουβαλά σημάδια;

Ίσως να μην ήταν ποτέ η σκληρότητα εκείνη που τον κράτησε όρθιο. Ίσως να ήταν απλώς ο τρόπος που είχε βρει για να μη χρειαστεί να νιώσει ξανά πόσο πονούσε.

Ίσως ήταν καιρός.

Άφησε χρήματα δίπλα στο ανέγγιχτο ποτήρι και σηκώθηκε. Καθώς περνούσε από δίπλα του, ο άντρας γύρισε. Για μια στιγμή, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.

Αντάλλαξαν ένα χαμόγελο.

Κάτι είχε αλλάξει στον αέρα.

Και κάποιος άλλος είχε πάρει τη θέση του.

Το αγόρι, ίσως, που επιτέλους έβρισκε τον δρόμο για το σπίτι.