Στέκομαι σε αυτόν τον κήπο περισσότερο καιρό απ’ όσο υπάρχει το ίδιο το σπίτι. Οι ρίζες μου απλώνονται βαθιά στη γη, κρατώντας τη μνήμη γενεών: κάθε βήμα πάνω σε αυτό το χώμα, κάθε φωνή που πέρασε κάτω από τα κλαδιά μου.

Έχω δει παιδιά να μεγαλώνουν στη σκιά μου, τα παιχνίδια τους να δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους στις ευθύνες της ζωής. Τα έθρεψα με γλυκούς φθινοπωρινούς καρπούς και τα προστάτεψα όταν τα καλοκαίρια έκαιγαν. Υπήρξα μάρτυρας των γάμων τους και των απωλειών τους, του γέλιου που συνοδεύει κάθε αρχή και του πόνου που αφήνει κάθε τέλος. Κάποιοι χάραξαν τα ονόματά τους στον κορμό μου, μικρά αγόρια που σκαρφάλωναν ψηλά παίζοντας, αφήνοντας πίσω τους ίχνη μιας νιότης που πέρασε σαν να μην είχε τέλος.

Κάθε χειμώνα αντέχω και κάθε άνοιξη ανθίζω ξανά, ντυμένη στα λευκά σαν μετάξι. Κάθε φθινόπωρο προσφέρω τους καρπούς μου: χρυσά αχλάδια, ζεστά από τον ήλιο, γεμάτα αφθονία. Χρόνο με τον χρόνο, εποχή με την εποχή, δίνω και, δίνοντας, αντέχω.

Σε αυτό το σπίτι ζει μια γυναίκα. Στη λιμνούλα, η αντανάκλασή της και η δική μου πέφτουν η μία δίπλα στην άλλη. Η ιστορία της ειπώθηκε σαν δική μου.